Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Αναχωρήτρια















Άλλαξα σπίτι


πέταξα
έκαψα
σκόρπισα
έδωσα
καθάρισα
μείωσα
μίλησα
πλήρωσα
έκλαψα
πέταξα
έκοψα
έκλεισα
έδωσα κλειδιά
πήρα κλειδιά
σχεδίασα
έδωσα μακριά
άφησα
σύνδεσα
μετέτρεψα
κουβάλησα
ευχαριστησα
χάρησα
πέταξα
πέταξα
πέταξα
πέταξα
ανακύκλωσα
πέταξα
πέταξα
έκαψα

έφυγα
κοιμήθηκα
ξύπνησα
σχεδίασα
σκέφτηκα

πήρα δυο εισητήρια

θα φύγω

θα ξαναγυρίσω

θα ξαναφύγω

θα επιστρέψω


άλλαξα...

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Agora και όχι Υπατία


Την Αγορά εξιστόρησε ο άντρας και όχι τη ζωή σου.

Τα μάτια εκείνα που αναγνωρίζουν την γυναίκα μέσα από την αντίθεση, άγγιξαν επιδερμικά την ύπαρξή σου.

Είναι τα ίδια μάτια που όταν ποθούν την γυναίκα την εξυψώνουν κι όταν την μισούν την καταβαραθρώνουν... Κάπου ανάμεσα κι ο ποθόμισος που εναλλάσσει τη λατρεία, την ποίηση, τη δημιουργία, την μουσική με την σκληρότητα, την άγνοια, το δόγμα, τη βία, την καταστροφή και την στειρότητα. Ελάχιστα διέφυγαν του δίπολου κι ήταν εκείνα που άνοιγαν την σκέψη προς το μεγάκοσμο – μόνο σαν εικόνα, γιατί η οικουμενικότητα δεν αγγίχτηκε καν.

Ω ναι, ήταν επιδέξιος ο αφηγητής και ικανός εικονοπλάστης.

Μα πόσο απείχε απο Σένα!

Την Αγορά περιέγραψε κι όχι Εσένα.
Την Αγορά, τότε και τώρα, απ’ τη δική του Αγορά ορμώμενος.
Περιέγραψε με γνώση τον πόλεμο σαν να τον κατείχε. Ανάπλασε εικόνες μιας Αλεξάνδρειας που δεν υπάρχει πια σαν ικανός πολεοδόμος και αρχιτέκτονας. Ανάδειξε νέες τεχνολογίες με γνώση ικανοποιητική. Περιέγραψε τα ιερατεία ακριβώς ως είχαν, λες κι ήταν ιδρυτής και ιερέας. Κράτησε ίσες αποστάσεις από εβραίους και πρωτοχριστιανούς και τους παγανιστές είδε ως μια σκιά που πέρασε βιαστικά λες και η ιστορία του ξεκίνησε μετά απ’ εκείνους. Ανάλυσε περίφημα την μάχη των εξουσιών σαν να το κάνει αιώνες τώρα. Μπόρεσε κι «είδε» τον πατέρα, τον εραστή, τον σκλάβο, τον νεοφώτιστο φανατικό, το δάσκαλο, τον όχλο, την παραφροσύνη, τις ρωγμές προς μια μεγαλύτερη εικόνα του σύμπαντος μακρινή, τον ορθολογισμό, το μίσος, την δύναμη και πάθος που μια γυναίκα δίνει.
Την γυναίκα την είδε μέσα από μια στρατιά ανδρών όπως του πατέρα που θέλει την κόρη ελεύθερη για να μην ανήκει σ’ άλλον άντρα. Τον άντρα που κλαίει σαν παιδί την ίδια στιγμή που είναι ικανός να διαπράξει ανομήματα ως επίκληση ελαφρυντικών.
Σε κράτησε παρθένα, απόμακρη, δοσμένη σε κάτι υψηλό λες και τα ανθρώπινα δεν έχουν Θείο.
Σε είδε μέσα από τα μάτια άλλων σαν μάγισσα, άθεη και τον φθόνο τον πραγματικό δεν τον ξεσκέπασε. Ακόμα και εκείνη την έμπνευση του μουσικού στην ερωμενη απέδωσε κι όχι σε ‘σένα το Ενδιάμεσο.

Παράξενο αλλά δεν είδε γυναίκες γύρω σου κι ας ήταν η ζωή σου πλημμυρισμένη από γυναίκες.

Ούτε Εσένα «είδε». Την ιστορία σου με τα έμμηνα αναπαρήγαγε στρεβλά... τι όμορφα θα ήταν αν είχε καταλάβει!

Έβαλε μια χούφτα ανθρώπους να προσκυνούν αγάλματα και τους ονόμασε παγανιστές. Αν ήξερε πόσο λάθος κάνει!

Λες και δε ρώτησε ποτέ, καμιά γυναίκα. Η Αγορά του ακριβώς όπως η αλεξανδρινή - πλημμυρισμένη μόνο από άντρες που δρουν σε μια εποχή τυφλοί.

Μόνο μια φράση σου μου φάνηκε δική σου...
Εκεί, λίγο πριν το τέλος όταν σου είπε «Έλα να με βοηθήσεις να νικήσω τον Κύριλλο» και εσύ είπες, «Μα, ο Κύριλλος ήδη έχει νικήσει!»



Να περιγράψει την Αγορά κι όχι εσένα δεν θα ‘ταν λάθος γιατί μπορεί να εξηγηθεί. Σου στέρησε όμως την ηρωική στιγμή του θανάτου σου γιατί ήθελε την πνοή σου να πάρει ένας άντρας πρώτα για να μην πονέσεις... Ιστορικά αυθαίρετο και ουσιαστικά ακόμα μια κλεψιά.

έτσι κι αλλιώς Εσύ, γυναίκα, γνωρίζεις πως δεν υπάρχουν ανώδυνοι θάνατοι.

Ιστορικά ήσουν και θα ‘σαι πάντα, κυρίως, μοναχή...

Εκτός αν...



*Ifat Mantel, πίνακας