Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

χρονος χωρις πέρασμα


...


Μόλις είχαν τελειώσει το καθάρισμα του σπιτιού από τη μεγάλη γιορτή. Τα τελευταία σερβίτσια ταχτοποιήθηκαν στα ξύλινα ράφια της κουζίνας.

Το σπίτι φωτεινό από την αντήχηση της γιορτής. Όταν την άγγιξε στο πρόσωπο με τα δυο του χέρια, ήταν ζεστό το βλέμμα καθώς έγειρε το μέτωπό του, στο δικό της. Εκείνη λυγισμένη από τα χρόνια κοίταξε λίγο πιο ψηλά κι αντάμωσε τα μάτια του διανύοντας τους δυο παράλληλους διαύλους, για ώρα.

Περπάτησαν αγκαλιασμένοι μέχρι την κάμαρα με το υπερυψωμένο κρεβάτι, εκεί που κύματα νιότης ασταμάτητα ξεσπούσαν. Είχε μια γυαλάδα η όψη του λευκού στο ολομέταξο σκέπασμα και το λινό σεντόνι με τα κρόσσια, απ’ αργαλειό που ύφαινε 40 χρόνια.

Γυμνά τα όμορφα κορμιά τους ανέβηκαν μαζί. Πάντα τον δυσκόλευε το αριστερό γόνατο, το συγκρατούσε με το ένα χέρι λίγο πριν ξαπλώσει κι εκείνη εναπόθετε αργά τη ράχη της στο νυφικό κρεβάτι.

Το είχαν συμφωνήσει καιρό κι ήταν όλα με κάθε λεπτομέρεια φροντισμένα. Θα ‘χαν 3 μέρες αγκαλια μονάχα οι δυο τους, κι η ουσία επιμελώς επιλεγμένη, ανώδυνα δρα με το μυαλό μέχρι το τέλος διαυγές.

Ήταν μια θάλασσα με ψάρια η αγκαλιά του και εκείνη ποτέ δεν έμενε ακίνητη ή σιωπηλή.. μονάχα τώρα όλα γίνονταν ιδιαίτερα αργά, έτσι όπως το ‘χαν σχεδιασει εδώ και τόσα χρόνια κι αυτή ήταν η στιγμή.

Κοίταξε  το πρόσωπό της και μια χρυσοκόκκινη ανταύγεια στραφτάλισε στις άσπρες μπούκλες της. Κοίταξε τον πρόσωπό του και δυο ουρανοί καθρέφτισαν ζωή κι αυτος ήταν και πάλι αετός.

Ήταν το αγόρι της.
Ήταν το κορίτσι του.

Ποτέ δεν τελείωναν όσα είχαν να πουν ο ένας στην άλλη.  Ώρες μιλούσαν αγκαλιάζονταν, κοιμόντουσαν και δεν σηκώθηκα στιγμή από την νυφική την κλίνη.  Κομμάτι – κομμάτι αποσυρόταν το κορμί κι είχαν περάσει δυο μέρες ήδη.

Ήταν στο μέσο της τρίτης μέρας που μια ανησυχία ενοχική διαπέρασε τα μάτια της. Εκείνος γέλασε απαλά που ‘ξερε το κορίτσι: «τι είναι;»
- «δεν ηθελα να φύγω πρώτη, δεν θα άντεχα τον πόνο… έβαλα 3 σταγόνες παραπάνω. Με συγχωρείς; θα φύγω πρώτη – δεν θα άντεχα – το συγχωρείς;»
- «ήσουν απρόβλεπτο κι ατίθασο κορίτσι, πάντα μου ξέφευγες, γλιστρούσες ακόμα κι όταν ήσουν εκεί. Αν σου το συγχωρώ; Πως θα μπορούσε να 'ναι αλλιώς; Μη φοβάσαι, θα ακολουθησω συντομα (με ένα χαμόγελο παράταιρα αινιγματικό) Μην έχεις έννοια, θα σε κρατώ μέχρι να σε ξαναδω»

Την κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια, ήταν αναπνοή και θέρμη το φιλί.

7’’ μέτρησαν από την τελευταία λέξη,
κι έφυγαν μαζί….
  

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Τρεις μάνες έχω…



Ευλογημένη κόρη τριών μανάδων που άργησε να καταλάβει τα δώρα της αιώνιας γυναίκας, που πρόωρα  εναπόθεσε στα πόδια της - άγνωστο γιατί - σε ένα ταξίδι που τελειωμό θα έχει την ώρα που θα αγκαλιάσω τη μεγάλη μάνα …


Ραχήλ  (ή Creat-ion) το σούρουπο καθίσαμε για ώρα με κολλημένα γυμνά μπράτσα σ' εκείνο το παγκάκι, μες τη σιωπή μια transference απόκοσμη με μύησε σε όσα με τη σειρά μου θα έδινα και στη δική μου κόρη…


Αθηνά  (περήφανη γυναίκα) τα χρόνια που με άφηναν στην αγκαλιά σου, σαν μια δοκιμή εγκατάλειψης, τα έκανες αγάπη, και ήταν οι ιστορίες για το αντάρτικο της Κρήτης, οι αδικίες για «τους  μαύρους της Αμερικής», τα σινεμά σε αττικούς κήπους με τον Μπρους Λι να κλωτσάει τον αέρα ημίγυμνος, και  «’συ αλώβητη θα μείνεις» μου χες πει, όταν μεγάλωσα λιγάκι, κι ήταν η ώρα του αποχαιρετισμού… θα έρθω να σε δω, το ξέρεις…



 Ζωή (εσύ μου έδωσες ζωή) και ήταν σκληρά τα χρόνια που σε αγαπούσα χωρίς επιλογή.. κι έγιναν ήσυχα τα βράδια μου όταν κατάλαβα πως εκείνο το γέλιο που τραντάζει την πιο ιερή στιγμή είναι δικό σου –και το αγάπησα, ξανά, κάθε φορά που ξετινάζω τον καθωσπρεπισμό τους και όλα όσα σε στενοχώρησαν που δεν κατάφερες να μου εμφυσήσεις… Θα σ αγαπώ - μια μερα, θα το νιωθεις…