Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Ο ιστορικός ενεστώτας σου ανήκει

Στον χωρισμό και το θάνατο γνωρίζεις κάποιον πραγματικά, είπε ένας δάσκαλος.
Κι εσύ που ξεκίνησες για το μεγάλο ταξίδι φανερώνεις τώρα ένα μεγαλείο απίστευτο
Μια ψυχική δύναμη που όλοι φανταζόμαστε από όσα είδαμε να κάνεις στη ζωή σου και σε θαυμάσαμε αλλά τώρα φαντάζει απόλυτα φυσιολογική, δική σου, πλήρως ενσωματωμένη και συμβατή με όσα έλεγες και πίστευες... Τι σπάνιο υλικό σε έφτιαξε!

Σπάνιο για ακόμα ένα λόγο. Δεν ήταν ο φόβος του θεού που σε έκανε Ηθικό. Αλλά του Ανθρώπου. Εκείνου το αγγελικού πλάσματος που εσύ έδωσες πνοή από την πνοή σου και η πίστη σου για την ελευθερία. Πόσες φορές στάθηκες μόνος σου σε ομάδες σκληρές να υποστηρίζεις μια αντίθετη άποψη; Πόσες φορές εξάντλησες ένα θέμα μέχρι να νιώσουν όλοι ότι δεν έμεινε γωνιά του ανέγγιχτη; Τώρα φαίνεται απολύτως φυσιολογικό, έτσι ήσουν, αυτός Είσαι, όλη σου τη ζωή αυτό έκανες...

Στις λίγες ώρες, μέρες, ίσως βδομάδες που απέμειναν εξιστορείς αυτά που θέλεις να μείνουν μετά από σένα. Μετάφρασες τη φιλοσοφική σου διατριβή στον Ηράκλειτο των φοιτητικών σου χρόνων και έκανες τα πάντα ρει παντοτινά. Μου την έδωσες να της ρίξω μια ματιά, να γνωρίζουν οι δικοί τι έγραψες κάποτε σε μια άλλη γλώσσα, να έχουν τα παιδιά και τα εγγόνια σου ακόμα κάτι από σένα.

Τώρα, υπαγορεύεις με γοργό ρυθμό, εκείνα που άλλος κανείς δεν ξέρει όπως εσύ. Μέρος μιας ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ. Άραγε, ποιος θα ‘χει την τόλμη να την εκδώσει μετά από εσένα; Θέλεις να την τελειώσεις, νιώθεις πως δεν σου ανήκει. Πως πρέπει να την αφήσεις πίσω σου, κι αυτό ένα είδος ελευθέριας είναι...

Κοιτάς με μάτια ζωντανά και σκέψη οξεία σαν κοφτερή λεπίδα. Κοιτάς το θάνατο με αγάπη και πείσμα στη ζωή. Μιλάς για χρονολογίες, γεγονότα, εξηγείς, κατανοείς, προσθέτεις, ανακαλύπτεις, αναρωτιέσαι. ο χρόνος γίνεται ελαστικός κι απλώνει άπειρος.

Κοιτάς με κατανόηση τα ανθρώπινα και δεν τα κρίνεις. ακόμα κι όσα σε αφορούν.

Κοιτάς και μένα... το γνωρίζεις, το είπαμε πως μου έκανες τη ζωή, υποφερτή πάνω στον ξερό το βράχο – εκείνον που επιλέξαμε και δυο να ζήσουμε – και πλούσια σαν να μου χάρισες ακόμα έναν πατέρα.

Κοιτάς με εκείνα τα μάτια του γερακιού, μόλις έκλεισες ένα τηλέφωνο με λόγια μασημένα. Ένα και δυο κάνουν τρία, μου είπες και απάντησες όλα όσα δεν σου απάντησε κανείς. Ξέρεις και πόσο χρόνο έχεις και τι θα κάνεις με αυτόν.

Μιας και δεν έβαζες στερητικά άλφα στη ζωή σου, είναι η ζωή πάνω από την ανυπαρξία και την αθανασία.

Η ροή που αφήνει όλα όσα είχες να κυλήσουν και να διαχυθούν άφθονα.

Ποιος ξέρει που, ποιος ξέρει σε πόσους από μας;